Όταν ζούσε ο άγιος Σάββας ο Ηγιασμένος, υπήρχαν στη Λαύρα του πολλοί και ενάρετοι μοναχοί που δούλευαν στον Κύριο. Μεταξύ αυτών υπήρχε ένας αρχάριος, ο οποίος καταγόταν από αρχοντική οικογένεια. Επειδή δεν ήταν μαθημένος στη σκληρή εργασία και στις μοναχικές θυσίες, ο Άγιος τον κράτησε κοντά του και τον παιδαγωγούσε. Όλοι τότε έτρωγαν στην κοινή τράπεζα μια φορά την ημέρα μετά τον εσπερινό. Ο αρχάριος μοναχός δεν άντεχε στην ολοήμερη νηστεία, γι’ αυτό κρυφά έτρωγε από τα φαγητά που του έφερναν οι συγγενείς του. Ο άγιος Σάββας αυτό το ήξερε, ως προορατικός που ήταν· αλλά και ως άριστος παιδαγωγός δεν τον ονείδισε, για να μη βαρεθεί τη μοναχική ζωή, μόνο προσευχόταν στο Θεό να τον διορθώσει. Ήλθε, λοιπόν, η εορτή της Παναγίας, 15 Αυγούστου, και την παραμονή της εορτής, όταν οι μοναχοί πορεύθηκαν στα διακονήματά τους να εργασθούν, ο Άγιος τους είπε να έλθουν νωρίς να ψάλλουν· στον αρχάριο είπε να πάει στο ναό την ώρα του Εσπερινού ...