Στην Πόλη της πρεσβύτερης Ρώμης ζούσε ένας χριστιανός που ονομαζόταν Ιωάννης, άνθρωπος πολύ ευλαβής και πολύ πλούσιος. Ο χριστιανός αυτός είχε δύσκολο και αδρανή νου, ώστε δεν μπορούσε να μάθει γράμματα ούτε καν μια προσευχή, να τη λέει όπως οι άλλοι χριστιανοί. Πήγε, λοιπόν, σ’ ένα μοναστήρι και αφού αφιέρωσε όλα τα υπάρχοντά του στη μονή, έγινε μοναχός, για να τον μάθουν οι αδελφοί γράμματα. Όλοι προσπαθούσαν να του ερμηνεύσουν τους ψαλμούς και να του μάθουν διάφορες προσευχές, αλλά δεν μπορούσε να μάθει τίποτα. Ο νους του έμοιαζε με σκεπάρνι. Τότε, ένας εμπειρικός και ευάρεστος μοναχός, αφού του διάβασε διάφορες ευχές και τροπάρια, τον ρώτησε ποιό απ’ όλα τα τροπάρια του άρεσε και θα ήθελε να μάθει. Χαρούμενα απάντησε: Μου αρέσει εξαιρετικά το «Θεοτόκε Παρθένε, χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία, ο Κύριος μετά Σου…». Κατέβαλαν οι αδελφοί κάθε προσπάθεια και κόπο και του έμαθαν τ...