Ἕνα μικρὸ ἑξάχρονο κοριτσάκι, μὲ κοκκινωνὲς κοτσιδοῦλες εἶχε βγεῖ γιὰ ψώνια. Ἐκείνη τὴν ὥρα εἶχε πιάσει δυνατὴ βροχή. Ἀπὸ κείνη τὴ βροχὴ ποὺ σὲ ταξιδέυει καθὼς χορεύει ρυθμικὰ πάνω στὸ δρόμο, στὰ ὑπόστεγα καὶ στὶς ἀναμνήσεις. Μέσα στὸ κατάστημα εἴχαμε μαζευτεῖ πολλοὶ περιμένοντας νὰ περάσει ἡ μπόρα. Ἄλλοι περίμεναν ὑπομονετικὰ καὶ ἄλλοι βαστωντάς τα μοῦτρα τους, ἐπειδὴ ἡ βροχὴ τοὺς καθυστεροῦσε ἀπὸ τὸ βιαστικό τους πρόγραμμα. Ἡ βροχὴ μὲ μαγεύει. Ἡ μουσική της μὲ πάει σ ἄλλους κόσμους. Χάναομαι στὸν ἦχο καὶ τὴν θέα τ οὐρανοῦ νὰ καθαρίζει τὴν βρωμιὰ τοῦ κόσμου. Τα παιδικά μου χρόνια ζωντανεύουν ὅταν δίχως νὰ τὸ σκεφτῶ ἔβγαινα καὶ ἔτρεχα καὶ πηδοῦσα μὲ δύναμη μέσα στὶς λιμνοῦλες…στὰ ρυάκια ποὺ γέμιζαν τὰ ἀκροδρόμια… διώχνοντας μακριὰ τὶς ἔγνοιες καὶ τὶς στεναχώριες. Ξαφνικὰ ἡ φωνὴ τῆς μικρῆς διέκοψε τὴν ἀναπόληση “Ελα μαμὰ νὰ τρέξουμε στὴ βροχή!” “Τι;” ρώτησε ἐκείνη ἔκπληκτη “Πάμε νὰ τρέξουμε στὴν βροχὴ” ξανάπε τὸ κορίτσι “Γλυκιά μοῦ θὰ περιμένουνε λίγο ἀ...