Είπε ο Γέρων Χερουβείμ: « Μια ημέρα, επιστρέφοντας στην καλύβη μα από τον αρσανά, άκουσα δυνατές φωνές, σα να φιλονικούσαν δύο άτομα. Σε λίγο έφθασα στην πηγή λίγο ψηλότερα από τη θάλασσα, όπου υπήρχε μια μεγάλη στέρνα, γεμάτη νερό. Στο σημείο αυτό λογομαχούσαν ένας βαρκάρης κοσμικός κι ένας μοναχός, ο πατήρ Π… Οι φωνές όλο και δυνάμωναν: άσχημο τέλος θα έχουν τα πράγματα, συλλογίστηκα. Κάποια στιγμή ο βαρκάρης εβλασφήμησε το όνομα της Κυρίας Θεοτόκου. Τότε ο μοναχός, αγανακτισμένος, τον άρπαξε και μ’ ένα δυνατό σπρώξιμο τον έρριξε στην στέρνα, λέγοντάς του: -Βρε αθεόφοβε, εγώ για την αγάπη της Παναγίας απαρνήθηκα τους γονείς μου, τον κόσμο και τον εαυτό μου. Κι εσύ, εδώ μέσα στο βασίλειό Της, τολμάς να την βλασφημείς; Έτρεξα αμέσως, για να προλάβω τίποτα χειρότερο. Ευτυχώς, ο βαρκάρης, αφού βουτήχτηκε ολόκληρος στο νερό, έκλεισε το στόμα του, και με τη βοήθειά μου βγήκε από τη στέρνα. Όταν επέστρεψα στην καλύβη, διηγήθηκα το περιστατικό στον Γέρον...