Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Εμφάνιση αναρτήσεων με την ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΛΑΝΑΣ

Άγιος Νικόλαος Πλανάς: «Σου αρέσω, παιδί μου;»

  Μια κυρία, γνωστού εμπόρου των Αθηνών, αρρώστησε. Η κυρία αυτή είχε μια εξαδέλφη που είχε έλθει από την Αίγυπτο, πλουσία, Ελένη Βλάχου ωνομάζετο. Ήρθε να ιδή την ασθενή εξαδέλφην της. Ομιλίας γενομένης, της λέγει: «Να στείλης να φέρης τον παπα-Νικόλα, να σου διαβάση ευχή υπέρ υγείας». Η κόρη της ασθενούς αρέσκετο πολύ εις την εξωτερικήν καλαισθησίαν. Ο παππούς, όμως, λόγω του ότι λειτουργούσε καθημερινώς, ανακατευόμενος με κεριά, με σκονισμένα ερημοκκλήσια, με τις λαδιές τους κ.λ.π., δεν μπορούσε να διατηρηθή ολοκάθαρος. Βέβαια, καθαρός ήτανε, αλλά όχι όπως θα τον ήθελε η δεσποινίς εκείνη. Λέγει λοιπόν στη θεία της: «Καλή μου θεία, να φέρωμε από τις μεγάλες εκκλησίες έναν ευπρεπή ιερέα, και όχι αυτόν, που θα είναι σκονισμένος από την εκκλησία κ.λ.π.». Την αυτή νύκτα βλέπει στον ύπνο της τον παπα-Νικόλα, με ολόχρυσον αμφίεσιν, με φελόνια χρυσά κ.τ.λ. και της λέγει: «Σου αρέσω, παιδί μου;». Έντρομος εξύπνησε η κοπέλλα, έστειλε αμέσως να φωνάξη τη θεία της,...

Σώπα εὐλογημένε, εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ μᾶς δοκιμάζει…

  Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Πλανὰς (Ἡμέρα μνήμης : 2/3) πήγαινε γιὰ ἁγιασμὸ ἤ Εὐχέλαιο σὲ σπίτια χριστιανῶν. Κάποια φορὰ βρέθηκε στὸ Κολωνάκι (μὲ τὸν Αλ. Παπαδιαμάντη πού τοῦ ἔκανε τὸν ψάλτη) τὸν εἴχανε μάθει οἱ Κολωνακιώτες πού ἦταν εὐλαβὴς καὶ τὸν καλούσανε. Καὶ κατεβαίνει ἀπὸ ἕνα ἀρχοντικὸ σπίτι – οἱ ζητιάνοι μεταξὺ τοὺς τὸ λέγανε: “Ποῦ πάει ὁ παπάς; Πάει ἐκεῖ. Πᾶμε καὶ μεῖς”. Καὶ ἤτανε στὴν οὐρὰ, μπῆκε λοιπὸν ἕνας ζητιάνος πού ἦταν πιὸ τσίφτης καὶ πηγαίνει κούτσα-κούτσα καὶ τοῦ λέει, παπὰ δῶσε μου. Καὶ ὅτι εἶχε στὴ τσέπη του ὁ Ἅγιος τὰ ἔβγαλε καὶ τὰ ἔδωσε. Ἤτανε δίπλα του ὁ Παπαδιαμάντης καὶ τοῦ λέει, – Παπὰ πρόσεξὲ τόν, γιατὶ αὐτὸν τὸν βλέπω στὴν πιάτσα.  – Ναί, ναὶ, ναὶ, δὲν πειράζει, δὲν πειράζει.  Καὶ περπατώντας τὸ τετράγωνο, αὐτὸς κάνει τὸ γύρο τοῦ τετραγώνου ἀπὸ τὴν πολυκατοικία τὴν ἑπόμενη καὶ πάει στὸ δεύτερο στενό, καὶ κουτσαίνει πάλι καὶ ξαναπάει μπροστὰ στὸν Ἅγιο. Καὶ ξαναβγάζει ἀπὸ τὴν ἄλλη τσέπη ὁ παπὰς καὶ τὰ δίνει. Θύμωσε ὁ Παπαδιαμάντης καὶ τοῦ λέει,  –...

Άγιος Νικόλαος Πλανάς : "Εμφάνιση των αγ. Ιωάννου και Παντελεήμονος"

   Κατά το έτος 1923 ένα πνευματικοπαίδι του εξαιρετικώς αγαπημένο από τον γέροντα, άνθρωπος γεμάτος από υγεία και δράση, έπαθε διάρρηξη σκωληκοειδίτιδος και έζησε οκτώ ημέρες. Μέσα σ’ αυτές τις λίγες ημέρες ο αγ. Νικόλαος «κατέβασε» τον ουρανό στη γη, από την αδιάκοπη και εγκάρδια προσευχή για να ζήσει το αγαπημένο του παιδί. Το βράδυ, όταν πήγε στο σπίτι του, λέει καταλυπημένος στους δικούς του: «Ο Ηλίας θα πεθάνει, μου το είπαν ο αγ. Ιωάννης και ο αγ. Παντελεήμων». Πέρασαν τρεις μήνες, ώσπου να μπορέσει η αδελφή του θανόντος -λόγω του πένθους- να τον ρωτήσει πως ακριβώς είδε την οπτασία. Της λέγει, λοιπόν, ότι «την ώρα που λειτουργούσα, είδα απέναντι, όπισθέν της αγ. Τραπέζης, τον αγ. Ιωάννη και τον αγ. Παντελεήμονα και μου είπανε: “Διαβιβάσαμε την αίτησή σου στον Δεσπότη Χριστό, ο Οποίος μας είπε ότι θα πεθάνει”. Ανωτέρα διαταγή, μου είπανε». Με την μεγάλη απλότητα που τον διέκρινε, διηγόταν: “Μια βραδυά χειμωνιάτικη, που καθόμασταν στο τζάκι είπα στον πατέρα μου...

Άγιος Νικόλαος Πλανάς: “Εγώ παιδί μου με την υπομονή τα έβγαλα πέρα τα τόσα σκάνταλα”

  Ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς   (+1932), ένας άγιος των ημερών μας, ήταν άνθρωπος άκακος, απονήρευτος και με βαθειά ταπείνωση. Έδειχνε μεγάλη υπομονή στους πειρασμούς και τις δοκιμασίες. Έλεγε κάποτε ο ίδιος συμβουλεύοντας μια πνευματική του κόρη: “Εγώ παιδί μου με την υπομονή τα έβγαλα πέρα τα τόσα σκάνταλα που μου παρουσιαζόντουσαν”. Εξηγεί σε μια «κόρη του» γιατί να μην θυμώνει και λέει: «και ‘γω δεν ξέρω να μιλήσω; ξέρω, αλλά σκέφτομαι το αποτέλεσμα και έτσι σιωπώ». Ο παπα – Νικόλας Πλανάς λειτουργούσε καθημερινά, χωρίς διακοπή, σε διάστημα μισού αιώνα. Στο διάστημα αυτό τύχαινε κάποτε να μην έχει πρόσφορο. Πάντοτε όμως εξοικονομούσε είτε από τους πιστούς είτε από τους γύρω φούρνους. Κάποια μέρα είχε προχωρήσει ο όρθρος αρκετά, αλλά πρόσφορο δεν φαινόταν πουθενά. Έστειλε να ψάξουν στους φούρνους και στις νοικοκυρές που πάντα είχαν. Κοίταξε και στα ντουλάπια του ιερού, μήπως είχε αφήσει άλλος ιερέας. Μα κανένα αποτέλεσμα. Στενοχωρήθηκε μέχρι δακρύων. Κάποια στιγμή τον βλέπουν...