Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος

...Πρώτα λοιπόν όπως είπα πρωτύτερα, μολυσμούς
σωματικούς κι έπειτα διάφορες άλλες ασθένειες κάνει να θεραπεύωνται με νερό.
Γιατί θέλοντας ο Θεός να μας οδηγήση κοντύτερα στη δωρεά του βαπτίσματος δεν
θεραπεύει τους μολυσμούς μονάχα αλλά και ασθένειες. Γιατί οι πλησιέστερες προς
την αλήθεια εικόνες και σχετικά με το βάπτισμα και το πάθος και τα άλλα ήσαν
καθαρώτερες από τις παλαιότερες. Γιατί όπως οι κοντινοί του βασιλιά δορυφόροι
είναι λαμπρότεροι από τους πιο μακρινούς, έτσι γίνεται και σχετικά με τους
τύπους.
Κι ο άγγελος καταβαίνοντας ανατάραζε το νερό
και του έδινε θεραπευτική δύναμη, για να μάθουν οι Ιουδαίοι ότι πολύ
περισσότερο ο Κύριος των αγγέλων μπορεί να θεραπεύση όλα τα νοσήματα της ψυχής.
Αλλά όπως εδώ η θεραπευτική δύναμη δεν ήταν φυσική ιδιότητα του νερού, γιατί
τότε θα εκδηλωνόταν αδιάλειπτα, αλλά παρουσιαζόταν με την ενέργεια του αγγέλου,
έτσι και πάνω σ̉ εμάς δεν ενεργεί απλά το νερό αλλά όταν
δεχτή τη χάρη του Πνεύματος τότε διαλύει όλες τις αμαρτίες. Γύρω απ̉ αυτή την
κολυμβήθρα κοίτονταν ένα μεγάλο πλήθος άρρωστοι τυφλοί, κουτσοί, λεπροί που
περίμεναν την ταραχή του νερού και τότε η ασθένεια γινόταν εμπόδιο σ̉ εκείνον που ήθελε να
θεραπευτή. Μα τώρα είναι κύριος ο καθένας να προσέλθη. Γιατί δεν αναταράζει
κάποιος άγγελος αλλά είναι των πάντων ο Κύριος αυτός που τα εκτελεί όλα και δεν
είναι δυνατό να πη ο ασθενής«μόλις πάω να κατεβώ, άλλος κατεβαίνει πριν από
μένα». Αλλά, κι αν έρθη όλη η οικουμένη, η χάρη δεν ξοδεύεται, ούτε η ενέργεια
δαπανάται αλλά ίδια και απαράλλακτη μένει όπως πρώτα. Κι όπως οι ηλιακές
ακτίνες καθημερινά δίνουν το φως τους και δεν δαπανώνται ούτε λιγοστεύει η
λάμψη τους από την άφθονη παροχή των, έτσι και πολύ περισσότερο η ενέργεια του
Πνεύματος, δεν ελαττώνεται μ̉ όλο το πλήθος που την απολαμβάνει.
Αυτό συνέβαινε, με το σκοπό εκείνοι που έμαθαν
ότι είναι δυνατό με το νερό να θεραπευτούν πολλά σωματικά νοσήματα και
ασκήθηκαν στη γνώση αυτή πολύν καιρό, να πιστέψουν εύκολα ότι μπορεί να
θεραπεύση και νοσήματα της ψυχής. Και γιατί τέλος πάντων ο Ιησούς άφησε όλους
τους άλλους και ήρθε σ̉ αυτόν, που είχε τριάντα οχτώ χρόνια και
γιατί τον ρώτησε αν θέλη να γίνη υγιής. Όχι για να μάθη, αυτό ήταν περιττό,
αλλά για να δείξη την υπομονή του παραλυτικού και για να καταλάβωμε ότι γι̉ αυτό άφησε τους
άλλους και πήγε σ̉ αυτόν. Κι ο ασθενής του αποκρίθηκε και του
είπε:«Κύριε δεν έχω κάποιον να με βάλη στην κολυμβήθρα, όταν ταραχθή το νερό.
Κι ενώ πηγαίνω εγώ, κατεβαίνει άλλος πριν από μένα». Γι̉ αυτό ρώτησε, αν
θέλη να γίνη γερός. Για να πληροφορηθούμε αυτά τα πράγματα. Δεν του είπε θέλεις
να σε κάμω καλά; - Γιατί δεν φανταζόταν ακόμα τίποτα σπουδαίο γι̉ αυτόν - αλλά θέλεις
να γίνης καλά; Ξαφνιάζεται ο καρτερικός παράλυτος. Έχοντας τριάντα οχτώ έτη την
ασθένεια και κάθε χρόνο ελπίζοντας ότι θα γλύτωνε απ̉ αυτή, έμενε
μόνιμα εκεί και δεν απομακρυνόταν. Χωρίς την καρτερία του αν όχι τα περασμένα,
δεν θα ήσαν ικανά τα μέλλοντα να τον απομακρύνουν από κει;
Σκέψου σε παρακαλώ πως ήταν φυσικό και οι
άλλοι άρρωστοι να είναι ήσυχοι. Γιατί μήτε η ώρα δεν ήταν φανερή που ταραζόταν
το νερό. Και στο κάτω-κάτω οι κουτσοί και οι κουλλοί μπορούσαν να παρατηρήσουν.
Οι τυφλοί όμως που δεν έβλεπαν; Ίσως το καταλάβαιναν από το θόρυβο. Ας νιώσωμε
λοιπόν, αγαπητοί μου, ντροπή και ας στενάξωμε για την πολλή αδιαφορία μας.
Τριάντα οχτώ χρόνια έμεινε στο ίδιο μέρος εκείνος και, μ̉ όλο που δεν
πετύχαινε ο,τι ήθελε, δεν απομακρυνόταν. Και δεν πετύχαινε όχι από αδιαφορία
δική του αλλά γιατί τον εμπόδιζαν και τον παραμέριζαν οι άλλοι. Και όμως δεν
απογοητευόταν. Εμείς όμως δέκα ημέρες, αν μείνωμε κάπου και παρακαλέσωμε για
κάτι χωρίς να πετύχουμε στο τέλος βαρυόμαστε να δείξωμε τον ίδιο ζήλο. Και
στους ανθρώπους κάποτε μένουμε κοντά τόσο διάστημα υποφέροντες τις ταλαιπωρίες
της εκστρατείας και εκτελώντας εργασίες δουλοπρεπείς, χωρίς να εκπληρώνεται
πολλές φορές η ελπίδα μας. Στον Κύριο όμως το δικό μας, όπου θα πάρωμε
οπωσδήποτε μεγαλύτερη από τους κόπους μας αμοιβή - η ελπίδα, γράφει, δεν
απογοητεύει - δεν θέλομε να μείνωμε κοντά του με το ζήλο που πρέπει. ... (ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)