Στὶς 30 τοῦ Νοέμβρη εἶναι ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ἀνδρέα τοῦ Πρωτοκλήτου. Ὅλοι οἱ ἀπόστολοι πεθάνανε
μὲ μαρτυρικὸ θάνατο, κηρύχνοντας τὸ Εὐαγγέλιο σὲ διάφορες χῶρες. Στὴν Ἑλλάδα
μαρτύρησε μοναχὰ ἕνας ἀπ' αὐτούς, ὁ Ἀνδρέας ὁ Πρωτόκλητος, δηλαδὴ ποὺ πῆγε πρῶτος
κοντὰ στὸν Χριστό. Μαρτύρησε στὴν Πάτρα. Πολὺ τιμημένη εἶναι ἡ Πάτρα μέσα στὸν
κόσμο, γιατί ἀξιώθηκε νὰ ποτισθεῖ τὸ χῶμα της μὲ τὸ αἷμα ἐκείνου ποὺ τὸν κάλεσε
ὁ Χριστὸς πρὶν ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἕντεκα, πρὶν ἀπὸ τὸν ἀδερφὸ του τὸν Πέτρο.
Ὁ Ἀνδρέας ἤτανε στὴν ἀρχὴ μαθητὴς τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Μιὰ μέρα καθότανε ὁ
Πρόδρομος μαζὶ μὲ τοὺς δύο μαθητές του, κ' εἶδε ἀπὸ μακριὰ τὸν Χριστὸ νὰ περπατᾶ,
καὶ γυρίζει καὶ τοὺς λέει: "Νά, αὐτὸς εἶναι τὸ ἀρνὶ τοῦ Θεοῦ". Καὶ σὰν
ἀκούσανε οἱ μαθητὲς τὸ δάσκαλό τους νὰ μιλᾶ ἔτσι, πήγανε ξοπίσω ἀπὸ τὸν Χριστό.
Καὶ Κεῖνος γύρισε καὶ τοὺς εἶδε νὰ τὸν ἀκολουθᾶνε, καὶ τοὺς λέγει: "Τί ζητᾶτε;"
Κι' αὐτοὶ τοῦ εἴπανε: "Δάσκαλε, ποῦ κάθεσαι;" Κι' ὁ Χριστὸς τοὺς ἀποκρίθηκε:
"Ἐλᾶτε νὰ δῆτε". Πήγανε λοιπὸν κ' εἴδανε ποῦ καθότανε, κι' ἀπομείνανε
μαζί του ἐκείνη τὴν ἡμέρα.
Ὁ ἕνας ἀπ' αὐτοὺς τοὺς δύο ἤτανε ὁ Ἀνδρέας. Ὁ ἄλλος εἶναι φανερὸ πὼς ἤτανε ὁ Ἰωάννης,
γιατί αὐτὰ ποὺ εἴπαμε παραπάνω τὰ γράφει ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάννης στὸ Εὐαγγέλιό του (Ἰω.
α΄, 35), καὶ λέγει "ἧν Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς Σίμωνος Πέτρου εἷς ἐκ τῶν δύο τῶν
ἀκουσάντων παρὰ τοῦ Ἰωάννου καὶ ἀκολουθησάντων αὐτῷ" (Ἰω. α΄, 41).
Βλέπεις πῶς κρύβει τὸν ἑαυτό του, ποὺ ἤτανε μαζὶ μὲ τὸν Ἀνδρέα; Καὶ τὸ κάνει ἀπὸ
σεμνότητα, ὄχι μοναχὰ σ' αὐτὸ τὸ μέρος τοῦ Εὐαγγελίου του, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλα. K'
ἐνῷ εἶναι πάντα λιγόλογος στὰ καθέκαστα τῆς ἱστορίας του, σ' αὐτὸ τὸ μέρος
γράφει καὶ τὴν ὥρα ποὺ πήγανε κοντὰ στὸν Χριστό, κι' ἀπ' αὐτὸ φαίνεται πόσο
τυπώθηκε μέσα στὴν ψυχὴ του ἐκείνη ἡ στιγμὴ ποὺ πρωτογνώρισε τὸν ἀγαπημένο του
δάσκαλο. Γράφει λοιπόν: "Ὥρα ἦν ὡς δεκάτη" (Ἰω. α΄, 40).
Ὕστερα, πηγαίνει ὁ Ἀνδρέας καὶ βρίσκει τὸν ἀδελφό του τὸν Πέτρο ποὺ τὸν λέγανε
τότε ἀκόμη Σίμωνα καὶ τοῦ λέγει: "Βρήκαμε τὸν Μεσσία ποὺ θὰ πεῖ
Χριστός". "Εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν, ὃ ἐστι μεθερμηνευόμενον
Χριστός". Καὶ τὸν πῆρε καὶ τὸν πῆγε στὸν Χριστό. Κι' ὁ Χριστός, σὰν γύρισε
καὶ εἶδε τὸν Σίμωνα, εἶπε: "Ἐσὺ εἶσαι ὁ Σίμωνας ὁ γυιὸς τοῦ Ἰωνᾶ• ἐσένα
τόνομά σου θὰ γίνει Κηφᾶς, ποὺ θὰ πεῖ Πέτρος".
Ὁ Ἀνδρέας γεννήθηκε στὴ Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας, ἕνα ψαραδοχώρι χτισμένο στὴν ἀκρογιαλιὰ
τῆς λίμνης Γεννησαρέτ. Κατὰ τὰ παραπάνω ποὺ εἴπαμε, ὁ Πέτρος ἤτανε ἀδελφός τοῦ Ἀνδρέα,
κ' οἱ δύο ἤτανε γυιοὶ τοῦ γέρο Ἰωνᾶ, ψαραδόσογο. Ὁ Πέτρος ἤτανε φουριόζος καὶ ἐνθουσιαζότανε
εὔκολα, ἐνῷ ὁ Ἀνδρέας ἤτανε ἥσυχος καὶ λιγόλογος, ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος:
"Πέτρος θερμὸς τῷ πνεύματι ἦν πάνυ καὶ εἰς κοσμικῶν χρεῶν μέριμναν ἐπιτήδειος,
ὁ δὲ Ἀνδρέας πραΰς καὶ ὀλιγόλαλος".
Ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο φαίνεται πὼς ὁ Ἀνδρέας ἤτανε ἀνάμεσα στοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ
ποὺ εἴχανε πιὸ πολὺ θάρρος μαζί του, σὰν τὸν Πέτρο, τὸν Ἰωάννη καὶ τὸν Φίλιππο.
Ὡστόσο τὰ λόγια ποὺ ἔλεγε ἦταν πάντα λιγοστά. Τὴ μέρα ποὺ μαζεύθηκε πολὺς
κόσμος κι' ἄκουγε τὴ διδαχὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ πεινάσανε, γύρισε ὁ Χριστὸς κ' εἶπε
στὸν Φίλιππο: "Ἀπὸ ποῦ θὲ ν' ἀγοράσουμε ψωμιὰ γιὰ νὰ φάει ὁ κόσμος;"
Κι' ὁ Φίλιππος τοῦ εἶπε: "Διακόσια τάλληρα ψωμιὰ δὲν φτάνουνε γιὰ νὰ φάγει
ὁ καθένας τους ἀπὸ μία μπουκιά". Τότε ὁ Ἀνδρέας λέγει στὸν Χριστό: "Εἶναι
ἐδῶ πέρα ἕνα παιδάριο ποὺ ἔχει πέντε ψωμιὰ κριθαρένια καὶ δύο ψάρια" (Ἰω.
στ΄, 5-10).
Κι' ἄλλη φορὰ πάλι, τὴ μέρα ποὺ μπῆκε ὁ Χριστὸς στὴν Ἱερουσαλὴμ μὲ τὰ βάγια,
κάποιοι Ἕλληνες θέλανε νὰ τὸν δοῦνε, καὶ πήγανε στὸν Φίλιππο καὶ τοῦ εἴπανε:
"Κύριε, θέλουμε νὰ δοῦμε τὸν Ἰησοῦ". Καὶ ὁ Φίλιππος πῆγε καὶ τὸ εἶπε
στὸν Ἀνδρέα, κ' ὕστερα κ' οἱ δύο μαζὶ τὸ εἴπανε στὸν Χριστό. Καὶ τότες ὁ Χριστὸς
εἶπε: "Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῆ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου" (Ἰω. ιβ΄, 23).
"Ἔφταξε ἡ ὥρα γιὰ νὰ δοξασθεῖ ὁ γυιὸς τοῦ ἀνθρώπου", δηλαδὴ μὲ τοὺς Ἕλληνες
θὰ κηρυχθεῖ τὸ Εὐαγγέλιο. Λοιπόν, βλέπεις; Πάλι ὁ Ἀνδρέας τοῦ μίλησε.
Συμπεραίνω πὼς οἱ Ἕλληνες πήγανε καὶ τόπανε στὸν Φίλιππο γιατί θάξερε ἑλληνικά,
ἀφοῦ καὶ τόνομά του ἤτανε ἑλληνικό, μακεδονικό. Κι' αὐτὸς πάλι τὸ εἶπε στὸν Ἀνδρέα,
ποὺ εἶχε κι' αὐτὸς ἑλληνικὸ ὄνομα, κ' ἴσως γνώριζε καὶ τὴ γλῶσσα. Ἀπὸ τοὺς
δώδεκα μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, μοναχὰ αὐτοὶ οἱ δύο εἴχανε ἑλληνικὰ ὀνόματα. (ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)