Κάλλιστος Γουέαρ (Επίσκοπος Διοκλείας)

... Η ενότητα μεταξύ του Χριστού και της Εκκλησίας
Του πραγματώνεται, πάνω απ ὅλα, μέσω των
μυστηρίων. Στο Βάπτισμα ο νέος χριστιανός θάπτεται και ανίσταται με τον Χριστό.
Στην Ευχαριστία τα μέλη του Σώματος του Χριστού λαμβάνουν το Σώμα Του μέσω των
μυστηρίων. Η Ευχαριστία, ενώνοντας τα μέλη της Εκκλησίας με τον Χριστό, τα
ενώνει ταυτόχρονα μεταξύ τους: «ότι εις άρτος, εν σώμα οι πολλοί εσμέν· οι γαρ
πάντες εκ του ενός άρτου μετέχομεν» (Α´ Κορ. 10, 17). Η Ευχαριστία δημιουργεί
την ενότητα της Εκκλησίας. Η Εκκλησία (όπως την είδε ο αγ. Ιγνάτιος) είναι μία
Ευχαριστιακή κοινωνία, ένας μυστηριακός οργανισμός που σαρκώνεται όπου τελείται
η Ευχαριστία. Δεν είναι συμπτωματικό ότι ο όρος «Σώμα Χριστού» σημαίνει την
Εκκλησία και το μυστήριο. Και πως η φράση sommunio sanctrorum στο Αποστολικό
Σύμβολο σημαίνει ουσιαστικά «κοινωνία των αγίων» και «κοινωνία των μυστηρίων».
Πρέπει να θεωρούμε πρωταρχικά την Εκκλησία ως μυστήριο. Η εξωτερική της
οργάνωση, όσο σημαντική κι αν είναι, έρχεται μετά τη μυστηριακή της ζωή.
γ) Μια συνεχής Πεντηκοστή.
Είναι εύκολο να υπερτονίσουμε τον χαρακτήρα
της Εκκλησίας ως Σώματος Χριστού και να ξεχαστεί ο ρόλος του αγίου Πνεύματος.
Αλλά όπως είπαμε, στο έργο τους μεταξύ των ανθρώπων, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα
αλληλοσυμπληρώνονται, και αυτό ισχύει τόσο στην Εκκλησιολογία όσο και σε άλλους
τομείς της θεολογίας. Ενώ ο αγ. Ιγνάτιος λέγει πως «όπου Χριστός, εκεί και η
Καθολική Εκκλησία», ο αγ. Ειρηναίος γράφει το εξίσου αληθές πως «όπου η
Εκκλησία, εκεί και το άγιο Πνεύμα, και όπου το άγιο Πνεύμα εκεί και η
Εκκλησία». Η Εκκλησία, επειδή ακριβώς είναι το Σώμα του Χριστού, είναι επίσης
ναός και κατοικία του αγίου Πνεύματος. Το άγιο Πνεύμα είναι Πνεύμα ελευθερίας.
Το άγιο Πνεύμα όχι μόνο μας ενώνει, αλλ ἐγγυᾶται
και την άπειρη ποικιλία των προσώπων μέσα στην Εκκλησία: κατά την Πεντηκοστή οι
γλώσσες πυρός «διαμοιράστηκαν» και εκάθησαν «εφ
ἕνα έκαστον» των παρόντων. Το δώρο του Πνεύματος είναι δώρο στην
Εκκλησία, ταυτόχρονα όμως είναι και προσωπικό δώρο, προσαρμοσμένο στον
χαρακτήρα του καθενός και της καθεμιάς. «Διαιρέσεις δε χαρισμάτων εισί, το δε
αυτό Πνεύμα» (Α´ Κορ. 12, 4). Ζωή στην Εκκλησία δεν σημαίνει ισοπέδωση της
ποικιλίας των ανθρώπων, ούτε επιβολή ενός άκαμπτου και ομοιόμορφου προτύπου
πάνω σ ὅλους, αλλά το ακριβώς αντίθετο.
Οι άγιοι, όχι μόνο δεν παρουσιάζουν κάποια ανιαρή μονοτονία, αλλ ἔχουν αναπτύξει την πιο έντονη και
διακεκριμένη προσωπικότητα. Πληκτικό είναι το κακό κι όχι η αγιότητα.
Αυτή εν συντομία είναι η σχέση Εκκλησίας και
Θεού. Αυτή η Εκκλησία – εικόνα της αγίας Τριάδας, σώμα Χριστού, πληρότητα του αγίου
Πνεύματος- είναι ταυτόχρονα ορατή και αόρατη, θεία και ανθρώπινη. Είναι ορατή,
επειδή αποτελείται από συγκεκριμένες κοινότητες, που λειτουργούν πάνω στη γη.
Είναι αόρατη, επειδή περιλαμβάνει τους αγίους και τους αγγέλους. Είναι
ανθρώπινη, επειδή αμαρτωλοί αποτελούν τα επίγεια μέλη της, είναι θεία, επειδή
είναι το Σώμα του Χριστού. Δεν υπάρχει χωρισμός μεταξύ ορατού και αοράτου,
μεταξύ στρατευμένης Εκκλησίας και θριαμβευούσας (σύμφωνα με τη δυτική
ορολογία), επειδή και οι δυό συνιστούν μία μοναδική και συνεχή πραγματικότητα.
«Η ορατή Εκκλησία, η επίγεια Εκκλησία, ζει σε πλήρη κοινωνία και ενότητα με
ολόκληρο το σώμα της Εκκλησίας, της οποίας Κεφαλή είναι ο Χριστός». Βρίσκεται
στο σημείο συνάντησης του Παρόντος αιώνος και του Μέλλοντος, και ζει ταυτόχρονα
στους δυό Αιώνες.