Μια φορά, ο Αββάς Αγάθωνας, πήγαινε στην πόλη να δώσει το εργόχειρό του και να προμηθευτεί το λίγο ψωμάκι του, βρήκε κοντά στην αγορά ένα πτωχό γέρο ανάπηρο. -Για την αγάπη του Θεού, Αββά, άρχισε τα παρακάλια ο γέρος μόλις είδε τον Όσιο, μη με αφήσεις και εσύ αβοήθητο τον δυστυχή, πάρε με κοντά σου. Ο Αββάς Αγάθων τον έβαλε να καθίσει δίπλα του εκεί που αράδιασε τα καλάθια του για να τα πουλήσει. -Πόσα λεπτά πήρες, Αββά; Τον ρωτούσε ο γέρος κάθε φορά που έδινε ένα καλάθι. -Τόσα, του έλεγε ο Όσιος. -Καλά είναι. Δεν μου αγοράζεις όμως μια μικρή πίττα, Αββά; Έτσι για να δεις καλό, που έχω από χθες βράδυ να φάγω. -Μετά χαράς, έλεγε ο Όσιος και έκανε αμέσως την επιθυμία του. Σε λίγο του ζήτησε φρούτα, ύστερα ένα γλυκό. Έτσι σε κάθε καλάθι που πουλούσε εξόδευε τα χρήματα, χάρη του προστατευόμενού του, εώς ότου έδωσε όλα τα καλάθια και όλα τα χρήματα ο Όσιος χωρίς να του μείνει για τον εαυτό του ούτε δίλεπτο. Και το σπουδαιότερο πως το έκανε με μεγάλη προθυμία, ενώ ή...