Π. Αντώνιος Μπλούμ –Μητροπολίτης Σουρόζ (1914- 2003))

Το πρώτο, δραματικό στάδιο συνίσταται στο
γεγονός ότι είμαστε τυφλοί, κι όμως ανίδεοι για την τυφλότητά μας. Ενώ
βρισκόμαστε στο σκοτάδι δεν συνειδητοποιούμε ότι το σκοτάδι είναι γύρω και μέσα
μας. Το Ευαγγέλιο που μας μιλά σχετικά είναι η ιστορία του Βαρτίμαιου, του
τυφλού επαίτη στην πύλη της Ιεριχού, ενός ανθρώπου που η έχασε το φως του η
ήταν εκ γενετής τυφλός, αλλά σε κάθε περίπτωση ζούσε στο απόλυτο σκοτάδι. Δεν
υπήρχε ζωή, ούτε φως, ούτε χαρά γι’ αυτόν. Πιθανόν να είχε συμφιλιωθεί με τη
δυστυχία του. Συνέχιζε να επιβιώνει μέρα με τη μέρα, χάρη στην ψυχρή, αδιάφορη
ελεημοσύνη των περαστικών. Αλλά ένα πράγμα έκανε τη δυστυχία του τραγική: Ζούσε
τον καιρό του Ιησού. Πρέπει να άκουσε πολλές φορές να μιλούν γι’ αυτόν τον
άνθρωπο του Θεού, που γιάτρευε ανθρώπους και ανακαίνιζε τα πράγματα, που έδινε
φως σε τυφλούς και θεράπευσε τον εκ γενετής τυφλό. Αυτή η δυνατότητα της
σωτηρίας, η λαχτάρα της ανέλπιστης γιατρειάς, έκανε το σκοτάδι του ακόμα πιο
πυκνό. Θα ήταν απίθανο ο Θεός να βρεθεί στο δρόμο του, αλλά και για τον ίδιο
δεν θα ήταν ποτέ δυνατό να καταφέρει να συναντήσει αυτόν τον ακούραστο κήρυκα
και ιατρό που αδιάκοπα περιόδευε. Πως θα μπορούσε ένας τυφλός άνθρωπος ν’
ακολουθήσει έναν περιοδεύοντα; Συνειδητοποίησε το μέγεθος της τυφλότητάς του
μπροστά στη δυνατότητα που υπήρχε να αναβλέψει. Η απελπισία του μεγάλωσε αφότου
γεννήθηκε μέσα του η ελπίδα. Κι έτσι, όταν άκουσε τον Χριστό να πλησιάζει
ικέτευσε για την θεραπεία του από τα βάθη αυτής της απελπισίας και της φλογερής
επιθυμίας του να σωθεί.
Αυτό είναι το πρώτο βήμα που συχνά μας
φαίνεται τόσο δύσκολο: να έρθουμε πρόσωπο με πρόσωπο με την πραγματική μας
κατάσταση, κι όχι να παρηγορούμε τον εαυτό μας ότι διάγουμε ένα είδος ζωής που
είναι ικανό ν’ αντικαταστήσει τη θεία ζωή. Οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι σε
αναφορά με το φως του Θεού βρισκόμαστε στο σκοτάδι. Και να σκεφτούμε ότι χωρίς
φως είμαστε χαμένοι, γιατί το σκοτάδι στο οποίο έχουμε αφεθεί είναι ο θάνατος,
η απουσία του Θεού. Δεν πρόκειται να αλλάξουμε στάση αν δεν καταλάβουμε ότι η
κατάστασή μας είναι απελπιστική· ότι πρόκειται για ένα ζήτημα ζωής και θανάτου,
το μόνο που έχει νόημα. Τότε θα απευθυνθούμε στο Θεό, ελπίζοντας ότι εκείνος θα
ενεργήσει. Μόνο αυτή η θανάσιμη αγωνία μπορεί να μας αφυπνίσει, σαν του
Βαρτίμαιου, που κανείς δεν ήταν δυνατόν να σταματήσει τις κραυγές του για
βοήθεια όταν κατάλαβε ότι ήρθε η αποφασιστική στιγμή. Περνούσε ο Χριστός. Την
επόμενη στιγμή θα είχε προσπεράσει και το σκοτάδι του θα γινόταν μόνιμο,
αθεράπευτο....