Ὁ Διᾶκο-Σπυρίδων συνεχίζει ἄλλη θαυμαστή ἱστορία: «Κάποια χρονιά τοῦ 1998 ἐπῆρα τήν εἰκόνα τοῦ ἁγίου Νικολάου Μύρων Λυκίας τοῦ Θαυματουργοῦ καί τήν μετέφερα στό χωράφι μου. Μιά γυναῖκα κάποια ἡμέρα, πού ἐγώ δέν εἶχα πάει στό χωράφι μου, ἦλθε ἐκεῖ, μαζί μέ ἄλλους ἀνθρώπους καί εἶδε τήν εἰκόνα. Ἄρχισε νά κατακρίνει καί νά περιφρονεῖ τόν εἰκονιζόμενο Ἅγιο, λέγοντας: Ποιός εἶναι αὐτός πού μοιάζει μέ φυλακισμένο; Κοιτάξτε τό πρόσωπό του πῶς εἶναι ἄσχημο! Οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, χωρίς νά εἶναι ὀρθόδοξοι τῆς ἔλεγαν: «Μή βλαστημᾶς τόν Ἅγιο τοῦ παπᾶ Σπυρίδωνος...». Ὅμως αὐτή δέν τούς ἄκουγε καί συνέχισε νά σχολιάζει καί νά ὑβρίζει τόν Ἅγιο. Τό βράδυ ἐπέστρεψε στό σπίτι της καί, κουρασμένη καθώς ἦταν, ἐξάπλωσε νά ξεκουρασθῆ. Τότε εἶδε στόν ὕπνο της ἕνα Γέροντα, λευκογένειο μέ ὡραῖα καί καθαρά ροῦχα. Τήν ἐρώτησε μέ παράπονο: -Γιατί μέ βλαστημᾶς; Ἐκείνη τοῦ ἀπήντησε: -Δέν σέ βλαστημῶ. Ὁ Ἅγιος τῆς εἶπε: -Ἐγώ εἶμαι ἐκεῖνος πού κατηγορο...